|
Ο νόμος 3037 της ελληνικής νομοθεσίας του 2002 για τα τυχερά παιχνίδια δεν είναι συμβατός με την κοινοτική, απεφάνθη σήμερα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις Βρυξέλλες. Η πλήρης απαγόρευση των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνιδιών, συμπεριλαμβανομένων των παιγνιδιών ψυχαγωγίας και των παιγνιδιών για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε χώρο, εκτός των καζίνων, δεν συμφωνεί με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, σημείωσε το Δικαστήριο, αναφέροντας πως η εθνική νομοθεσία της Ελλάδας που προβλέπει ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις για τους παραβάτες, συνιστά εμπόδιο για την άσκηση του δικαιώματος των επιχειρηματιών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη να εγκαθίστανται στην Ελλάδα με σκοπό την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών.
Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η Ελλάδα δεν έθεσε σε εφαρμογή όλα τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέσα για τους σκοπούς που επεδίωκε και θα έπρεπε να κάνει χρήση μέτρων που να είναι λιγότερο περιοριστικά για το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Περιοριστική για το εμπόριο η εθνική νομοθεσία
Στην απόφασή του το Δικαστήριο αναφέρει κατ’ αρχήν ότι έχει ήδη κρίνει πως οι θεωρήσεις ηθικού, θρησκευτικού ή πολιτιστικού χαρακτήρα που υπάρχουν σε όλα τα κράτη μέλη σχετικά με τις λαχειοφόρες αγορές και τα λοιπά παίγνια επί χρήμασι, μπορούν να δικαιολογήσουν τον περιορισμό τους από τις εθνικές νομοθεσίες, ή ακόμη και την απαγόρευση της άσκησης των παιγνίων επί χρήμασι και την αποφυγή έτσι του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους.
Ωστόσο, όπως εκτιμά το Δικαστήριο, στην περίπτωση της Ελλάδας πρόκειται για παίγνια τα οποία δεν είναι εκ φύσεως τυχερά, καθόσον ο σκοπός τους δεν είναι η προσδοκία του χρηματικού κέρδους και ως εκ τούτου, σύμφωνα με το Δικαστήριο, η Ελλάδα θα έπρεπε να αναζητήσει άλλους τρόπους για να τα περιορίσει.
Στην προσφυγή της κατά της Ελλάδας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι η σχετική ελληνική νομοθεσία επέβάλε ποσοτικούς περιορισμούς παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος νόμος 3037/2002 δεν απαγόρευε την εισαγωγή των προϊόντων αυτών και τη διάθεσή τους στην αγορά. Οι εισαγωγές τέτοιων μηχανών για την εγκατάστασή τους σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους στην Ελλάδα, εκτός των καζίνων, έλαβαν τέλος από τη στιγμή της απαγόρευσης, παρά το γεγονός ότι οι μηχανές αυτές νόμιμα κατασκευάζονται και διατίθενται στους καταναλωτές εντός άλλων κρατών μελών.
Η Ελλάδα υποστήριξε ότι τα παιχνίδια αυτά μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε τυχερά τονίζοντας ότι η κατάσταση έχει καταστεί ανεξέλεγκτη, με αποτέλεσμα την εμφάνιση σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων (ο εθισμός των παικτών, η κατασπατάληση σημαντικών οικονομικών πόρων, ο εύκολος και παράνομος πλουτισμός όσων ασχολούνται με την εκμετάλλευση, την εγκατάσταση και τη διακίνηση των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, η εκ μέρους των παικτών απώλεια σημαντικών χρηματικών ποσών και η απώλεια σημαντικών φορολογικών εσόδων).
Τα επιχειρήματα της Ελλάδας δεν έγιναν δεκτά. |