Μέσα στο 2006, κατά τα φαινόμενα, θα ανοίξει ξανά ο φάκελος «καζίνο»
στη χώρα μας, καθώς η «παρακαταθήκη» Λιβανού, που ονειρεύτηκε μια
Ελλάδα… Μόντε Κάρλο, αφήνει στο Δημόσιο, μετά την παρέλευση 12ετίας από
τότε, την «εντολή» να ξαναδεί το θέμα και να αποφασίσει αν θα δώσει
νέες άδειες καζίνο στις περιοχές, που λειτουργούν τα υπάρχοντα (και,
θεωρητικά και σε άλλες περιοχές). Ο νόμος Λιβανού ισχύει από τις 22
Ιουνίου 1994, ωστόσο, τα πρώτα καζίνα, σε Πόρτο Καρράς και Λουτράκι,
λειτούργησαν την επόμενη χρονιά, δηλαδή το 1995 (και αργότερα τα
επόμενα).
Σύμφωνα με νομικές ερμηνείες, η 12ετία αρχίζει να μετρά από την
έναρξη λειτουργίας του κάθε καζίνου και όχι από την έναρξη ισχύος του
νόμου Λιβανού. Αυτό τουλάχιστον αναφέρουν εκπρόσωποι των ιδιωτικών
καζίνων. Είναι απαραίτητο να διασαφηνισθεί ότι οι υπάρχουσες άδειες δεν
θίγονται και συνεχίζουν να ισχύουν. Προφανώς, όμως, αν στην ίδια
περιοχή λειτουργήσει κι άλλο καζίνο ο ανταγωνισμός θα είναι αδυσώπητος…
Σύνθετα τα πράγματα στην Πάρνηθα
Στο
καζίνο της Πάρνηθας είναι ίσως πιο σύνθετα τα πράγματα. Η πώληση του
49% στην κοινοπραξία Hyatt-Τεχνοδομικής περατώθηκε το 2003 και
θεωρητικά η 12ετία ισχύει από τότε. Ωστόσο, επειδή ήταν ανοιχτό τότε το
ενδεχόμενο της δεύτερης άδειας στην Αττική (καταργήθηκε αυτή δυνατότητα
με τροπολογία του Χριστοδουλάκη αργότερα), η κοινοπραξία υπέγραψε με
τον εταίρο της, την νυν Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης, που έχει το
υπόλοιπο 51%, μια συμφωνία, που αναφέρει ότι αν δοθεί δεύτερη άδεια
στην Αττική, το Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει το 70% του τιμήματος,
που έδωσε η κοινοπραξία, αποσβεούμενο στη 10ετία.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι αν
η κυβέρνηση αποφασίσει του χρόνου, για παράδειγμα, να δώσει δεύτερη
άδεια καζίνο στην Αθήνα θα πρέπει να καταβάλει περί τα 40 εκατ. ευρώ,
ποσόν μάλλον ασήμαντο, αν υπολογίσει κανείς ότι για μια άδεια καζίνο πολλοί προσφέρουν τεράστια ποσά για να την αποκτήσουν.
Κι εδώ, πάντως, η κοινοπραξία πιθανότατα θα επικαλεσθεί το νόμο περί
12ετίας και όχι την ιδιωτική συμφωνία με την ΕΤΑ και θα επιχειρήσει να
μπλοκάρει μια τέτοια εξέλιξη. Σε όλα αυτά, πάντως, όπως έχει δείξει η
εμπειρία, τον πρώτο λόγο παίζει η πολιτική βούληση, αφού η κάθε
κυβέρνηση με ένα νέο νόμο κάνει τελικά ό,τι θέλει…
Ετσι κι
αλλιώς, βεβαίως, οι άδειες καζίνο προσφέρονται για χειρισμό από την
κυβέρνηση τόσο για εισπρακτικό λόγο όσο και για την προσέλκυση μεγάλων
και σύνθετων επενδύσεων, αφού αρκετά (κυρίως ξένα επιχειρηματικά
σχήματα) κατά καιρούς γνωστοποιούν τέτοιες προθέσεις, υπό την
προϋπόθεση να λάβουν άδεια καζίνο. Πολύ πρόσφατα τέτοια περίπτωση
υπήρξε στη Μεσσηνία, όπου το επενδυτικό σχήμα δήλωνε ότι θα
δημιουργήσει τουριστικά συγκροτήματα με θεματικά πάρκα, αν πάρει τέτοια
άδεια.
Δύσκολα άλλη άδεια για καζίνο
Βεβαίως,
στις περισσότερες περιοχές, που λειτουργούν τώρα καζίνα (Ρίο, Ξάνθη,
Σύρος, Ρόδος), δύσκολα μπορεί να δοθεί κι άλλη άδεια, τόσο για
κοινωνικούς λόγους, όσο και λόγω του μικρού πληθυσμιακού μεγέθους. Για
την κυβέρνηση, ωστόσο, η ευκαιρία να διαπραγματευτεί υψηλότερα έσοδα
(είτε με ένα εφάπαξ τίμημα, είτε με ένα ποσοστό επί του τζίρου), με
αντάλλαγμα μια επιπλέον χρονική περίοδο αποκλειστικότητας σε αυτές τις
περιοχές, προφανώς θα αξιοποιηθεί.
Το άνοιγμα του
φακέλου «καζίνο» είναι, επίσης, πολύ πιθανόν να αποφέρει ορισμένες νέες
άδειες καζίνο σε επιλεγμένες περιοχές, όπως είναι η Κρήτη.
Πάντως, η επιχειρηματολογία ότι ένα καζίνο αυξάνει τον τουρισμό σε μια
περιοχή δεν ευσταθεί, αφού τα διεθνή στοιχεία δείχνουν ότι το 90% των
παικτών είναι εγχώριοι και όχι αλλοδαποί.
Οπωσδήποτε, όμως,
σε χώρες, όπως η Αμερική, που θεσμοθέτησε καζίνο μόνο στο Λας Βέγκας
και το Ατλάντικ Σίτι, οι περιοχές αυτές έγιναν κέντρα
«καζινοτουρισμού», αλλά για τους ίδιους τους Αμερικανούς. Στα περίπου
10 χρόνια λειτουργίας των ιδιωτικών καζίνων στη χώρα μας (μαζί με αυτά
της Πάρνηθας και της Κέρκυρας) υπολογίζεται ότι παίχτηκαν περί τα 16-17
δισ. ευρώ και ο καθαρός τζίρος των καζίνων εκτιμάται σε πάνω από 4 δισ.
ευρώ
|